top of page

Haritini's Blog

Αναζήτηση

Αψού και Βίχο, 13 Δεκεμβρίου




Καθώς οι μέρες πλησιάζουν για τα Χριστούγεννα, οι ετοιμασίες γίνονται σε πιο γρήγορους ρυθμούς. Τα ξωτικά με τα περίεργα πολύχρωμα κουδουνάτα καπέλα τρέχουν πέρα δώθε ετοιμάζοντας τα δώρα, τις λιχουδιές, τα παιγνίδια και ό,τι άλλο χρειάζεται για την μεγάλη γιορτή της Αγάπης του Άγιου Βασίλη.

Ο Αψού έχει μεταφέρει τα δώρα που είναι έτοιμα από τον χώρο που τα φτιάχνουν στους χώρους που τα αποθηκεύουν. Εκεί θα μείνουν μέχρι την ημέρα που θα τα μοιράσουν στα εκατομμύρια παιδιά που καθένα έχει ζητήσει ένα δώρο που θα κάνει την καρδιά του να γεμίσει με χαρά.

Ένα καινούργιο ξωτικό που παραλάμβανε τα έτοιμα δώρα και παιγνίδια ρώτησε τον Αψού:

«Πώς σε λένε;»

«Αψού» απαντά εκείνος.

«Με τις υγείες σου! Έχεις κρυώσει;» ρωτά το νιόφερτο ξωτικό.

«Όχι καθόλου. Αυτό είναι το όνομά μου!» λέει ο Αψού

Το νιόφερτο ξωτικό ξεκαρδίστηκε στα γέλια μόλις το άκουσε: «Χα χα χα, χι χι χι».

Δεν μπορούσε να συγκρατηθεί! Είχε διπλωθεί στα δύο και κρατούσε την κοιλιά του και γελούσε και γελούσε και δεν μπορούσε να σταματήσει. Όλα τα άλλα ξωτικά μαζεύτηκαν και χωρίς να ξέρουν τι γίνεται άρχισαν και αυτά να γελάνε. Γελούσαν, γελούσαν, γελούσαν μέχρι δακρύων και δεν ήξεραν καν τον λόγο που γελούσαν! Όλο και περισσότερα ξωτικά κατέφθαναν για να δουν τι γίνεται. Έβλεπαν τους άλλους που γελούσαν και κόλλαγαν και εκείνα και άρχιζαν τα γέλια!

Ξαφνικά εμφανίστηκε ο Άγιος Βασίλης ο οποίος άκουσε τα χαχανητά και απόρησε. Κάποιος έπρεπε να συμμαζέψει τα τρελαμένα ξωτικά γιατί από τις φωνές και τα γέλια κανείς δεν δούλευε.

«Τι στο καλό γίνεται;» ρώτησε μόλις μπήκε στην μεγάλη αίθουσα και είδε τους πάντες στο πάτωμα να γελάνε σαν τρελαμένοι. Το νιόφερτο ξωτικό άρχισε να του περιγράφει ακριβώς αυτό που είχε γίνει με το όνομα του Αψού! Σιγά-σιγά τα χάχανα λιγόστευαν και όλοι είχαν μία μικρή αγωνία να δουν τι θα πει ο Άγιος Βασίλης. Κάποιοι περίμεναν ότι θα μάλωνε το νιόφερτο ξωτικό ή ότι θα εξηγούσε πως δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να σε φωνάζουν Αψού. Όμως ο Άγιος Βασίλης απλά ρώτησε τον νιόφερτο:

«Καλά και εσένα πώς σε λένε;»

«Βίχο!» του απάντησε εκείνος! Ε, έπρεπε να ήσουν από μια μεριά να δες τι έγινε! Πραγματικό πανδαιμόνιο! Ο Αψού και ο Βίχο! Τι ταιριαστό ζευγάρι! Τα ξωτικά ξανάπεσαν στα πατώματα από τα γέλια. Η φασαρία ήταν τόσο μεγάλη που ακουγόταν μέχρι το χωριό. Οι τάρανδοι στους στάβλους αναρωτιόνταν τι γινόταν και χτυπούσαν τα πόδια τους κάτω εκνευρισμένοι γιατί δεν καταλάβαιναν τι συνέβαινε. Όμως και ο ίδιος ο Αι Βασίλης είχε σκάσει στα γέλια! Όσο κοιτούσε το ζευγάρι των ξωτικών, όσο σκεφτόταν τα ονόματά τους, τόσο περισσότερο γελούσε!

Κάποια στιγμή, που κατάφερε να πάρει μία ανάσα είπε: «Να' σαστε καλά και οι δυό σας. Μας κάνατε να γελάσουμε τόσο πολύ! Μας χρειαζόταν ένα τονωτικό γέλιο! Να' στε καλά!» και συνέχισε «Λοιπόν αναθέτω σε σας τους δύο που μας χαρίσατε τόσο γέλιο να βγάλετε βόλτα την άμαξα με τους ταράνδους γιατί έχουν αναστατωθεί με την φασαρία και θα τους κάνει καλό να βγουν μία βόλτα να ευχαριστηθούν και να ησυχάσουν. Εξάλλου είναι μία ευκαιρία να σιγουρευτούμε ότι η άμαξα θα είναι έτοιμη για την μεγάλη ημέρα».

Όλα τα ξωτικά έμεινα σιωπηλά μόλις τον άκουσαν, γιατί ήταν πολύ μεγάλη τιμή για τα δύο ξωτικά με τ’ αστεία ονόματα, να πάνε τους ταράνδους βόλτα! Ως τότε δεν είχε ποτέ ανατεθεί σε ξωτικό να βγάλει βόλτα την άμαξα με τους ταράνδους…

Ο Βίχο και ο Αψού συγκινημένοι δεν μπορούσαν να μιλήσουν. Ξεκίνησαν αμέσως για τους στάβλους γιατί τέτοια τιμή και ευκαιρία δεν ήταν να χαθεί. Φτάνοντας όμως εκεί, δεν ήξεραν ακριβώς τι έπρεπε να κάνουν. Δεν είχαν ξαναζέψει ταράνδους και δεν ήξεραν με ποιο τρόπο θα έπρεπε να τους δέσουν στην άμαξα. Οι τάρανδοι τους κοιτούσαν με τα μεγάλα γουρλωτά μάτια τους και από μέσα τους γελούσαν. «Για να δούμε τι θα κάνετε ξωτικούλια!» σκεφτόντουσαν ειρωνικά...

Ο Βίχο και ο Αψού προσπάθησαν να βγάλουν κάποια άκρη με την άμαξα και τους ταράνδους, αλλά δεν γινόταν τίποτα. Έτσι σκέφτηκαν να ζητήσουν την βοήθεια κάποιου έμπειρου για να τους δώσει οδηγίες. Πήγαν λοιπόν και φώναξαν τον Γιότο, τον Αμαξά. Ο Γιότο είχε πάρει σύνταξη από καιρό αλλά ζούσε ακόμη στο χωριό και βοηθούσε όπου μπορούσε. Ήταν ένας καλοσυνάτος γεράκος, ψηλός, ξερακιανός, αλλά με μια καρδιά που χωρούσε μέσα όλο τον πλανήτη. Ο Αψού και ο Βίχο είχαν βρει τον σωστό άνθρωπο για να τους βοηθήσει!

Ο Γιότο, ο αμαξάς, πήρε τα δύο ξωτικά από το χέρι και άρχισε να τους δείχνει κάθε κόλπο που είχε μάθει στην καριέρα του. Πώς πρέπει να δεθούν τα λουριά. Με ποια σειρά πρέπει να μπουν οι τάρανδοι. Τι γίνεται αν ο λάθος τάρανδος είναι μπροστά στην άμαξα. Πού πρέπει να μπουν τα κουδουνάκια για ν' ακούγονται. Πώς πρέπει να γίνεται η εκκίνηση της άμαξας από το έδαφος για να μπορέσει μετά ν' απογειωθεί, να πετάξει και ν’ αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα. Ποια είναι τα κουμπιά που την κάνουν ορατή και ποια κουμπιά την κάνουν αόρατη για να μην την βλέπει όλος ο κόσμος. Ποια κουμπιά θα πρέπει να πατηθούν για να μείνει η άμαξα ακίνητη πάνω από την καμινάδα. Ήταν τόσο πολλά, διαφορετικά και πολύπλοκα όλα όσα έπρεπε να κάνουν τα δύο μικρά ξωτικά που άρχισαν να φοβούνται ότι θα τα κάνουν μαντάρα. Μάλλον δεν θα κατάφερναν να κάνουν την τιμητική δουλειά που τους ανέθεσε ο Άγιος Βασίλης.

Όταν ο Γιότο ετοίμασε την άμαξα με την βοήθεια των ξωτικών και οι τάρανδοι ήταν στις θέσεις τους και όλα ήταν έτοιμα, τα πήρε επάνω στην άμαξα μαζί του και τους είπε: «Κρατηθείτε γερά!».

Με μια κίνηση του χεριού του οι τάρανδοι άρχισαν να τρέχουν και μέσα σε δευτερόλεπτα όλη η άμαξα σηκώθηκε στον αέρα. Ο Αψού και ο Βίχο δεν είχαν ζήσει μια τέτοια εμπειρία! Να πετάνε μέσα στην Χριστουγεννιάτικη άμαξα στον βόρειο πόλο με τον αέρα να τους παίρνει τα καπέλα και το κρύο να διαπερνά τα λεπτά ρούχα τους! Γρήγορα άρχισαν να ξεπαγιάζουν και ήταν κοκαλωμένα στην θέση τους χωρίς να μπορούν να μιλήσουν από το κρύο.

Ο Γιότο τους λυπήθηκε έτσι που τους είδε και γύρισε την άμαξα πίσω στην βάση της. Τα δύο ξωτικά τουρτούριζαν από την παγωνιά και δεν μπορούσαν ακόμα να μιλήσουν. Από μέσα τους ορκίστηκαν ότι δεν θα ξαναπήγαιναν ποτέ βόλτα με την άμαξα του Αι Βασίλη. Δεν ήταν για τα ξωτικά να μπαίνουν σε τέτοιες ψοφο-περιπέτειες. Οι δουλειές στο χωριό ήταν μια χαρά για εκείνους.

Πέρασε λίγο η ώρα και άρχισαν να ζεσταίνονται και να κουνάνε τα χέρια και τα πόδια τους. Όμως το χειρότερο που τους συνέβη δεν ήταν το ξεπάγιασμα στην άμαξα… Μακάρι να ήταν. Το χειρότερο ήταν ότι μετά από λίγο ο Αψού άρχισε να φτερνίζεται με ασταμάτητα «αψού» και ο Βίχο άρχισε να βήχει με αδιάκοπα «γκούχου»!!!


Aψού!!!!



Copyright 2013-2022

0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων

ความคิดเห็น


bottom of page