top of page

Haritini's Blog

Αναζήτηση

Η κρυφή ιστορία, 19 Δεκεμβρίου




«Βρε καλώς τους, βρε καλώς τους! Και έλεγα πότε θα’ ρθετε! Σαν τα χιόνια!» είπε η Αντίσα λίγο ξινισμένη. «Ε, να, μας έτυχαν διάφορα απρόοπτα στον δρόμο και αργήσαμε» είπαν κάπως αμήχανα τα τρία παιδιά. Στέκονταν εκεί στην πόρτα χωρίς να είναι βέβαια αν έπρεπε να μπουν μέσα ή όχι. Η Αντίσα, μια μεγάλη γυναίκα με πολλά παράπονα απ' την ζωή, τα φιλοξενούσε στο σπίτι της γιατί δεν είχαν δικό τους. Ήθελε να είναι καλή και γλυκιά, απλώς δεν της έβγαινε. Πρώτα έβγαινε η μπηχτή, και μετά η καλοσύνη. Πως λέμε «Πρώτα το φάρμακο, μετά η σοκολάτα;» κάπως έτσι!

Τα τρία παιδιά πέρασαν μέσα και στρώθηκαν κατευθείαν για φαί. Φακές είχε μαγειρέψει για εκείνη την μέρα. Κουβέντα δεν είπαν οι τρεις εξερευνητές. Αμέσως έκοψαν από μία φέτα ψωμί και άρχισαν να κατεβάζουν τις φακές, όπως άλλοι πίνουν το νερό. Πεινούσαν τόσο πολύ, που ξέχναγαν να πάρουν και καμία ανάσα ανάμεσα στις κουταλιές. Η Αντίσα ήταν θυμωμένη γιατί είχαν εξαφανιστεί δύο μέρες. Που γύρναγαν; Τι έκαναν; Δεν είχαν νοιαστεί καθόλου, εάν εκείνη ανησυχούσε. Μάλλον δεν την αγαπούσαν, απλά βολεύονταν που τους έδινε φαί και χώρο να κοιμηθούν. Αν ήταν μητέρα τους ούτε θα το σκέφτονταν να μην επιστρέψουν ή τουλάχιστον να μην νοιαστούν που θ’ ανησυχούσε…

Μέσα στο ξινισμένο μυαλό της Αντίσα μία Φωνή ακούστηκε: Εσύ κάνε το καλό, και αυτό θα βρει τον τρόπο να σου έρθει πολλαπλό.

Η Αντίσα είχε συνηθίσει ν’ ακούει που και που αυτή την Φωνή μέσα στο μυαλό της. Μερικές φορές την τσάντιζε γιατί πάντα η Φωνή τής έλεγε να κάνει το καλό. Ποτέ δεν της είχε πει: Καλά έκανες Αντίσα που τους έβρισες! Καλά έκανες Αντίσα που θύμωσες! Καλά έκανες Αντίσα που τους πρόσβαλες! Αυτή η φωνή ήταν πολύ εκνευριστική. Δεν έπαιρνε ποτέ το μέρος της, το δικό της δίκιο. Πάντα την έβαζε να ρίχνει το συμφέρον της και να κάνει αντίθετα απ’ αυτά που η ξινίλα της ήθελε να κάνει.

Μερικές φορές ήταν έτοιμη να στείλει στον αγύριστο την φωνή μέσα στο μυαλό της, αλλά πάντα στο τέλος κιότευε και δεν το έκανε. Μόνο παραπονιόταν που η Φωνή δεν έκανε τίποτα για εκείνην και τα δίκια της.

Τα τρία μικρά είχαν τελειώσει το φαϊ τους και η Αντίσα άρχισε να μαζεύει τα πιάτα ενώ μουρμούραγε με σχεδόν κλεισμένα χείλη: Για υπηρέτρια μ' έχετε εμένα εδώ μέσα. Δεν φτάνει που σας φιλοξενώ, δεν φτάνει που σας μαγειρεύω, δεν φτάνει που νοιάζομαι για σας, εσείς μόνο τον εαυτό σας σκέφτεστε. Αλλά δεν φταίτε εσείς, εγώ φταίω που κάθομαι και ακούω την Φωνή. Πώς να μην είμαι θύμα αφού την ακούω; Ήθελές τα και παθές τα. Και κουνούσε το κεφάλι της σαν να τιμωρούσε τον εαυτό της.


Οι τρεις μικροί έβαλαν γρήγορα τις πυτζάμες τους χωρίς να πουν κουβέντα και χώθηκαν στα μικρά τους κρεβάτια. Ακούμπησαν τα χέρια στην κοιλιά, φώναξαν την δύναμη του Επτάκτινου φύλακά τους, και ευχαριστημένα αποκοιμήθηκαν σαν κούτσουρα.


Ο καιρός πέρασε, η Αντίσα γέρασε, και τα τρία μικρά παιδιά έγιναν άντρες. Είχαν ταξιδέψει σε πολλά μέρη, είχαν κάνει διάφορες δουλειές, είχαν γνωρίσει πολλούς ανθρώπους, είχαν ακούσει πολλές ιστορίες, διηγήσεις, παραμύθια. Είχαν συναντήσει ανθρώπους σοφούς, ανθρώπους απλούς, ανθρώπους με ψηλά καπέλα, ανθρώπους με κουρέλια, ανθρώπους «δήθεν κι έτσι», ανθρώπους «είμαι κάτι», ανθρώπους όλων των λογιών και όλων των ειδών.


Για κάποια χρόνια χώρισαν οι δρόμοι τους, γιατί καθένας ήθελε να ταξιδέψει σε άλλα μέρη και να δει άλλα πράγματα. Όμως πάντα κρατούσαν επαφή γράφοντας γράμματα ή μέσα από τα όνειρά τους. Είχαν από την αρχή μία ιδιαίτερη επαφή μεταξύ τους – σχεδόν μαγική θα την έλεγες. Ποτέ δεν είπαν στην Αντίσα ότι δεν ήταν αδέλφια! Δεν το είχαν συζητήσει καν μεταξύ τους. Ήταν σαν να το είχαν ήδη συμφωνήσει. Έτσι κανένας τους ποτέ δεν άνοιξε το στόμα του να το πει. Μεταξύ τους ένιωθαν σαν αδέλφια, ακόμα και τώρα που ήταν πια μεγάλοι άντρες. Κάτι τους ένωνε που δεν μπορούσαν να το εξηγήσουν. Ίσως να ήταν αδέλφια σε κάποια άλλη ζωή… ίσως αυτή να ήταν η εξήγηση…

Τα χρόνια περνούσαν και τα αδέλφια έγιναν ώριμοι άντρες. Καθένας ζούσε σε διαφορετικό τόπο, αυτόν που είχε διαλέξει ότι του ταιριάζει και ήταν καλά. Παρότι μία μέρα ταξίδι τους χώριζε, άντε δύο το πολύ, δεν συναντιόνταν συχνά γιατί καθένας είχε τις δουλειές του.


Χάρη στα ταξίδια τους και τους πολλούς ανθρώπους που είχαν συναντήσει, είχαν αποκτήσει και οι τρεις μια σοφία ζωής και έναν τρόπο σκέψης διαφορετικό από τους υπόλοιπους. Οι γυναίκες πάντα μαζεύονταν τριγύρω τους. Τους άρεσε να είναι κοντά τους. Ένιωθαν ασφαλείς και εκείνοι είχαν πάντα μία σοφή συμβουλή να τους δώσουν για το τι να κάνουν με τους άντρες τους, τις φίλες, τα παιδιά τους. Καθένας τους είχε γίνει ένας σοφός, μεγάλος, διαφορετικός άντρας.


Ήταν μία συνηθισμένη βραδιά που έπεσαν για ύπνο όταν και οι τρεις τους είδαν το ίδιο όνειρο. Αυτό δεν ήταν τόσο ασυνήθιστο, γιατί είχε γίνει και άλλες φορές να συναντηθούν σε όνειρο. Όμως το όνειρο που είδαν εκείνην την βραδιά ήταν διαφορετικό, ζωντανό, σαν τελείως αληθινό!


Το πρωί που ξύπνησαν, καθένας έπινε το τσάι του στο σπίτι του προβληματισμένος. Τι ήθελε να του πει το όνειρο; αναρωτιόταν καθένας τους. Το είχαν δει και οι άλλοι δύο; Τι σήμαινε γι’ αυτούς; Τι έπρεπε να κάνει; Τρία «αδέλφια», τρεις πόλεις, τρείς προβληματισμοί. Εκείνες τις εποχές τηλέφωνο δεν υπήρχε. Ούτε φαξ. Ούτε υπολογιστής. Ούτε καν μία τηλεόραση, να βγουν στο Φως στο Τούνελ ή σ’ ένα παράθυρο στις ειδήσεις, και να πουν το όνειρό τους, μήπως ο άλλος αδελφός βλέπει την εκπομπή ή τις ειδήσεις και τον ακούσει... ή κάποιος γείτονας. Έτσι λοιπόν καθένας έκανε του κεφαλιού του...


Ο ένας αποφάσισε να πάει για τρεις μέρες σε μία σπηλιά έξω από την πόλη και να κάτσει εκεί ήσυχος και μόνος να συλλογιστεί μήπως καταλάβει τι πρέπει να κάνει. Όταν ήταν μέσα στην πόλη δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί τόσο καλά ώστε να είναι απόλυτα βέβαιος. Χρειαζόταν την μοναξιά για έρθει η βεβαιότητα. Και το όνειρο ήταν τόσο ζωντανό που του ήταν αδύνατο να προσποιηθεί ότι δεν το είδε. Έτσι πήγε στο βουνό.


Ο άλλος βρήκε μία παρέα ψαράδων και πήγε μαζί τους για μία μεγάλη ψαριά. Όταν ήταν στην θάλασσα, το μυαλό του καθάριζε γιατί τα πάντα γύρω του ήταν ήσυχα. Μέσα στην απεραντοσύνη του πελάγου μπορούσε να συλλογιστεί και ν' αποφασίσει τι θα έκανε. Έτσι εκείνος πήγε στην θάλασσα.


Ο τρίτος είχε άλλες συνήθειες. Του άρεσε να φτιάχνει κύκλους με πέτρες και να κάθεται μέσα τους να συλλογιέται. Όταν ήταν μέσα στον κύκλο, όλα και όλοι έμεναν απ’ έξω, και μπορούσε να βυθιστεί σε περισυλλογή. Εκείνη την φορά, πήρε μπόλικες πέτρες, άναψε το τζάκι και αποφάσισε ότι τρία βράδια θα έφτιαχνε τον κύκλο. Το είχε κάνει και άλλες φορές που ήταν να πάρει σημαντικές αποφάσεις για την ζωή του, και πάντα, με την περισυλλογή, το μυαλό του καθάριζε και ήξερε τι να κάνει. Έτσι έμεινε στο σπίτι.


Οι τρεις μέρες πέρασαν… Καθένας ήξερε πια τι να κάνει. Καθένας είχε αποφασίσει να ακολουθήσει το όνειρό του. Έτσι, από διαφορετικές κατευθύνσεις και διαφορετικές διαδρομές, βρέθηκαν όλοι να συναντιούνται στην ίδια πόλη, και μάλιστα στην ίδια ταβέρνα! Η συνάντηση τους μετά από τόσα χρόνια ήταν συγκινητική. Κάθισαν γύρω από το ίδιο τραπέζι, όπως τότε που ήταν παιδιά, και μίλησαν για όλα τα χρόνια που είχαν περάσει. Τα χνώτα τους ακόμα ταίριαζαν, και οι ψυχές τους κελαηδούσαν που ήταν μαζί.


Αφού είπαν και είπαν και είπαν, έφτασαν και στο όνειρο που ήταν η αιτία να βρεθούν ξανά. Διηγήθηκε καθένας το δικό του και έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι το όνειρο ήταν ακριβώς ίδιο για όλους! Τι σήμαινε; Πώς θα ήξεραν πότε να κινηθούν για να πάνε στο μέρος που είδαν στο όνειρο; Το συζήτησαν και συμφώνησαν ότι μπορεί να έβλεπαν το βράδυ ένα νέο όνειρο που θα είχε όλες τις υπόλοιπες λεπτομέρειες. Συγκινημένοι, χαρούμενοι και ήσυχοι, πήγε καθένας στον ξενώνα της ταβέρνας για ύπνο.


Και πράγματι κάτι έγινε όταν κοιμόνταν εκείνη την βραδιά γιατί την επόμενη ημέρα, χωρίς κανείς να μιλήσει, σαν όλοι να ήξεραν το ίδιο πράγμα, καθένας πήγε στην αγορά και επέστρεψε στην ταβέρνα. Από εκεί ξεκίνησαν το κοινό τους ταξίδι με τα πόδια και μετά από δύο ημέρες, ακολουθώντας το όνειρο, την σοφία, και το ένστικτο, έζησαν την πιο σημαντική ημέρα της ζωής τους, αλλά και όλων των ζωών που θ’ ακολουθούσαν. Βρέθηκαν ακριβώς εκεί που βλέπεις στην εικόνα και ήταν παρόντες την ώρα που η Αγάπη γεννιόταν για να την Υποδεχτούν… Εκεί δίπλα σ’ ένα μικρό μωρό, σ’ ένα άγνωστο μέρος, όλη η ζωή τους είχε νόημα… Η πορεία της ζωής που καθένας τους είχε κάνει. Οι δυσκολίες που είχε αντιμετωπίσει. Η ανεξήγητη αδελφική τους αγάπη… Τα χρόνια του χωρισμού τους… Όλα όσα καθένας τους είχε ζήσει….


Και ήταν εκεί, τρία αδέλφια της καρδιάς, την ώρα που η Αγάπη γεννιόταν να την τιμήσουν, να υποκλιθούν στο μεγαλείο της και να βρουν το νόημα της ζωής τους ολόκληρης! Μέχρι και ο ρόλος της Αντίσα απέκτησε νόημα… Αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία… για μία άλλη μέρα, όχι για την σημερινή!


Η Απρόβλεπτη Νεράϊδα Χαριτίνη



copyright 2013-2022

0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων
bottom of page